Το σοκ αυτού του φόβου έστρεψε το νου μου προς τα μέσα και είπα νοερά στον εαυτό μου, χωρίς να διατυπώσω λόγια: «Τώρα ήρθε ο θάνατος· τι σημαίνει αυτό; Τι είναι αυτό που πεθαίνει;» - «Αυτό το σώμα πεθαίνει». Και αμέσως αναπαρέστησα το γεγονός του θανάτου. Ξάπλωσα με τα μέλη μου τεντωμένα και άκαμπτα, σαν να είχε ήδη επέλθει η νεκρική ακαμψία, και μιμήθηκα ένα πτώμα για να δώσω μεγαλύτερη πραγματικότητα στην αναζήτηση. Κράτησα την αναπνοή μου και έκλεισα σφιχτά τα χείλη μου, ώστε να μη βγει κανένας ήχος, ούτε η λέξη «εγώ» ούτε καμία άλλη.
«Λοιπόν», είπα στον εαυτό μου, «αυτό το σώμα είναι νεκρό. Θα το μεταφέρουν άκαμπτο στο χώρο της καύσης και θα το κάψουν, θα γίνει στάχτη. Αλλά με τον θάνατο αυτού του σώματος, πέθανα εγώ; Είναι το σώμα το “εγώ”; Είναι σιωπηλό και αδρανές, αλλά εγώ νιώθω όλη τη δύναμη της προσωπικότητάς μου και ακόμη και τη φωνή του “εγώ” μέσα μου, ξεχωριστά από αυτό. Άρα είμαι Πνεύμα που υπερβαίνει το σώμα. Το σώμα πεθαίνει, αλλά το Πνεύμα που το υπερβαίνει δεν αγγίζεται από τον θάνατο. Αυτό σημαίνει ότι είμαι ένα αθάνατο Πνεύμα».
Όλα αυτά δεν ήταν απλή σκέψη· αστραποβόλησαν μέσα μου ως ζωντανή αλήθεια, την οποία αντιλήφθηκα άμεσα, σχεδόν χωρίς διαδικασία σκέψης. Το «Εγώ» ήταν κάτι απολύτως πραγματικό, το μόνο πραγματικό στοιχείο της κατάστασής μου, και όλη η συνειδητή δραστηριότητα που συνδεόταν με το σώμα μου ήταν συγκεντρωμένη σε αυτό το «Εγώ».
Από εκείνη τη στιγμή και μετά, το «Εγώ» ή ο Εαυτός εστίασε την προσοχή του στον εαυτό του με μια ισχυρή έλξη. Ο φόβος του θανάτου εξαφανίστηκε για πάντα. Η απορρόφηση στον Εαυτό συνεχίστηκε αδιάκοπα. Άλλες σκέψεις μπορεί να έρχονταν και να έφευγαν, όπως οι διάφορες νότες της μουσικής, αλλά το «Εγώ» παρέμενε σαν τη βασική νότα (sruti) που υποστηρίζει και εναρμονίζει όλες τις άλλες. Είτε το σώμα μιλούσε, είτε διάβαζε, είτε έκανε κάτι άλλο, εγώ παρέμενα κεντραρισμένος στο «Εγώ». Πριν από αυτή την κρίση, δεν είχα σαφή αντίληψη του Εαυτού μου ούτε συνειδητή έλξη προς αυτόν. Δεν ένιωθα άμεσο ενδιαφέρον γι’ αυτόν, πόσο μάλλον διάθεση να μένω μόνιμα σ' αυτόν.
Οι συνέπειες αυτής της νέας επίγνωσης φάνηκαν σύντομα στη ζωή μου. Καταρχάς, έχασα όποιο μικρό ενδιαφέρον είχα για τις εξωτερικές σχέσεις με φίλους και συγγενείς και συνέχιζα το σχολείο μηχανικά. Κρατούσα ένα ανοιχτό βιβλίο μπροστά μου για να ικανοποιώ τους συγγενείς μου ότι δήθεν διάβαζα, ενώ στην πραγματικότητα η προσοχή μου ήταν πολύ μακριά από τέτοια επιφανειακά πράγματα. Στις συναναστροφές μου με τους ανθρώπους έγινα πράος και υποτακτικός. Πηγαίνοντας στο σχολείο με το βιβλίο στο χέρι, περίμενα με λαχτάρα ότι ο Θεός θα εμφανιζόταν ξαφνικά μπροστά μου στον ουρανό. Τι πρόοδο θα μπορούσε να κάνει ένας τέτοιος μαθητής στο σχολείο;
Ένα από τα χαρακτηριστικά της νέας μου κατάστασης ήταν η αλλαγμένη στάση μου απέναντι στον Ναό της Μεενάκσι [ινδουιστικός ναός που βρίσκεται στο Μαντουράι]. Παλιότερα πήγαινα εκεί σπάνια με φίλους, για να δω τα αγάλματα, να βάλω ιερή στάχτη και βερμιγιόν στο μέτωπό μου, και επέστρεφα σχεδόν ασυγκίνητος. Μετά την αφύπνιση, πήγαινα σχεδόν κάθε απόγευμα. Πήγαινα μόνος και στεκόμουν ακίνητος για λίγο μπροστά σε μια εικόνα του Σίβα, της Μεενάκσι ή του Ναταράτζα και των εξηντατριών Αγίων, και καθώς στεκόμουν εκεί, κύματα συγκίνησης με κατέκλυζαν.
Η ψυχή είχε εγκαταλείψει την ταύτισή της με το σώμα, όταν απαρνήθηκε την ιδέα «είμαι το σώμα», και αναζητούσε μια νέα αγκύρωση. Γι’ αυτό οι συχνές επισκέψεις στον ναό και το ξέσπασμα σε δάκρυα. Ήταν το παιχνίδι του Θεού με την ψυχή. Στεκόμουν μπροστά στον Ίσβαρα, τον Κυρίαρχο του σύμπαντος και των πεπρωμένων όλων, τον Παντογνώστη και Πανταχού Παρόντα, και μερικές φορές προσευχόμουν για την κάθοδο της Χάρης Του, ώστε η αφοσίωσή μου να αυξηθεί και να γίνει αιώνια, όπως εκείνη των εξηντατριών Αγίων. Τις περισσότερες φορές, όμως, δεν προσευχόμουν καθόλου, αλλά άφηνα σιωπηλά το βάθος μέσα μου να ρέει προς το απέραντο βάθος πέρα από αυτό.
Σταμάτησα να βγαίνω με φίλους για παιχνίδια και προτιμούσα τη μοναξιά. Συχνά καθόμουν μόνος και απορροφιόμουν στον Εαυτό, στο Πνεύμα, στη δύναμη ή στο ρεύμα που με αποτελούσε. Συνέχιζα έτσι παρά τα πειράγματα του μεγαλύτερου αδελφού μου, που με αποκαλούσε ειρωνικά «σοφό» ή «γιόγκι» και με συμβούλευε να αποσυρθώ στη ζούγκλα σαν τους αρχαίους Ρίσι.
Μετάφραση: Νίκος Μπάτρας

