Η υπερ-ευθύνη σπάνια μοιάζει με πρόβλημα. Συνήθως μοιάζει με αρετή. Ο άνθρωπος που λειτουργεί με υπερ-ευθύνη είναι συνειδητός, προσεκτικός, ευαίσθητος και αξιόπιστος. Είναι αυτός που «κρατά τα πράγματα όρθια». Γι’ αυτό και η υπερ-ευθύνη περνά απαρατήρητη, όχι μόνο από τους άλλους, αλλά και από τον ίδιο.
Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για πραγματική ευθύνη. Πρόκειται για μια εσωτερική καταπόνηση, για την τάση να αναλαμβάνεις βάρη που δεν σου αναλογούν.
Η υπερ-ευθύνη εμφανίζεται όταν αρχίζουμε να νιώθουμε υπεύθυνοι για συναισθήματα που δεν δημιουργήσαμε, για σκέψεις που δεν προκαλέσαμε, για καταστάσεις που δεν ελέγχουμε και για τις συνέπειες επιλογών άλλων ανθρώπων.
Στην καθημερινότητα αυτό εκφράζεται με έναν εσωτερικό διάλογο που δεν σταματά. Σκέψεις όπως «μήπως τον στενοχώρησα;», «πρέπει να το πω αλλιώς για να μην παρεξηγηθεί», «αν δεν πάω, θα νιώσει άσχημα» ή «αν θυμώσει, φταίω εγώ» εμφανίζονται αυτόματα. Ο νους λειτουργεί διαρκώς σε κατάσταση πρόληψης, όχι τόσο απέναντι σε πραγματικό κίνδυνο, αλλά απέναντι σε πιθανή συναισθηματική αναστάτωση.
Η υπερ-ευθύνη είναι αποτέλεσμα προσαρμογής. Συχνά ξεκινά νωρίς, σε περιβάλλοντα όπου ένα παιδί πρέπει να είναι ήσυχο, να μη δημιουργεί προβλήματα (γιατί μπορεί να υπάρχουν ήδη αρκετά που δημιουργούν άλλοι), να κρατά ισορροπίες ή να φροντίζει για ένα σταθερό κλίμα γιατί οι γονείς αδυνατούν να του το παρέχουν. Έτσι το παιδί μαθαίνει σταδιακά ότι η ηρεμία γύρω του εξαρτάται από το ίδιο. Αυτό το μοτίβο, εφόσον δεν αναγνωριστεί, συνεχίζεται και στην ενήλικη ζωή.
Η υπερ-ευθύνη είναι εξαντλητική γιατί δεν έχει σαφή όρια. Δεν υπάρχει σημείο όπου μπορούμε να πούμε ότι κάναμε αρκετά. Πάντα υπάρχει κάτι ακόμη που θα μπορούσαμε να είχαμε προβλέψει ή να είχαμε πει αλλιώς. Έτσι δημιουργείται χρόνιο άγχος, εσωτερική ένταση και ενοχές χωρίς σαφή λόγο, όχι επειδή συμβαίνει κάτι, αλλά επειδή κουβαλάμε δυσανάλογα βάρη μέσα μας.
Η υπερ-ευθύνη συνδέεται με τον έλεγχο. Όχι με την ανάγκη να επιβληθούμε, αλλά με την ανάγκη για ασφάλεια. Αν προβλέψω τα πάντα, αν προσέξω τα πάντα, αν αναλάβω τα πάντα, τότε ίσως δεν θυμώσει κανείς, δεν πληγωθεί κανείς, δεν φύγει κανείς. Το τίμημα είναι ότι ζούμε διαρκώς μέσα στον νου, με φόβο και ανησυχία που μεταφράζεται σε άγχος, αντί να ζούμε στο παρόν, με δεκτικότητα και εμπιστοσύνη.
Επίσης, όσο περισσότερα αναλαμβάνουμε, τόσο λιγότερα αναλαμβάνουν οι άλλοι και απομακρυνόμαστε από τις δικές μας ανάγκες. Η υπερ-ευθύνη δεν φέρνει πραγματική εγγύτητα με τους άλλους. Μπορεί μεν να φέρνει λειτουργικότητα, αλλά δεν προσφέρει τον απαραίτητο χώρο στους άλλους για να πάρουν πρωτοβουλίες, να αναπτυχθούν, να εκτεθούν, να εκφραστούν ελεύθερα, "να πάθουν και να μάθουν" - πράγματα απαραίτητα για την ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης.
Η υπέρβαση αυτής της ψυχολογικής ανάγκης δεν γίνεται με το να γίνει κανείς αδιάφορος, ούτε με το να «σταματήσεις να νοιάζεσαι». Ξεκινά με μια απλή, εσωτερική ερώτηση: αυτό που κουβαλάω, μου αναλογεί; Είναι δικό μου; Και αν δεν μου αναλογεί, τι θα συμβεί αν το αφήσω εκεί όπου ανήκει; Στην αρχή εμφανίζονται ενοχές, όχι επειδή κάνουμε κάτι λάθος, αλλά επειδή σπάμε ένα παλιό εσωτερικό μοτίβο.
Είναι επίσης σημαντικό να διαχωρίσουμε την υγιή ευθύνη από την υπερ-ευθύνη. Υγιής ευθύνη είναι να αναλαμβάνουμε τις συνέπειες των πράξεών μας, να εκπληρώνουμε καθήκοντα που προκύπτουν από τη θέση ή την ιδιότητά μας και να κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε γι' αυτά που είναι στον έλεγχό μας. Υπερ-ευθύνη είναι να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα των άλλων, να προλαμβάνουμε τις αντιδράσεις τους και να διορθώνουμε προβλήματα και λάθη που δεν δημιουργήσαμε και δεν εμπίπτουν στα καθήκοντά μας.
Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για πραγματική ευθύνη. Πρόκειται για μια εσωτερική καταπόνηση, για την τάση να αναλαμβάνεις βάρη που δεν σου αναλογούν.
Η υπερ-ευθύνη εμφανίζεται όταν αρχίζουμε να νιώθουμε υπεύθυνοι για συναισθήματα που δεν δημιουργήσαμε, για σκέψεις που δεν προκαλέσαμε, για καταστάσεις που δεν ελέγχουμε και για τις συνέπειες επιλογών άλλων ανθρώπων.
Στην καθημερινότητα αυτό εκφράζεται με έναν εσωτερικό διάλογο που δεν σταματά. Σκέψεις όπως «μήπως τον στενοχώρησα;», «πρέπει να το πω αλλιώς για να μην παρεξηγηθεί», «αν δεν πάω, θα νιώσει άσχημα» ή «αν θυμώσει, φταίω εγώ» εμφανίζονται αυτόματα. Ο νους λειτουργεί διαρκώς σε κατάσταση πρόληψης, όχι τόσο απέναντι σε πραγματικό κίνδυνο, αλλά απέναντι σε πιθανή συναισθηματική αναστάτωση.
Η υπερ-ευθύνη είναι αποτέλεσμα προσαρμογής. Συχνά ξεκινά νωρίς, σε περιβάλλοντα όπου ένα παιδί πρέπει να είναι ήσυχο, να μη δημιουργεί προβλήματα (γιατί μπορεί να υπάρχουν ήδη αρκετά που δημιουργούν άλλοι), να κρατά ισορροπίες ή να φροντίζει για ένα σταθερό κλίμα γιατί οι γονείς αδυνατούν να του το παρέχουν. Έτσι το παιδί μαθαίνει σταδιακά ότι η ηρεμία γύρω του εξαρτάται από το ίδιο. Αυτό το μοτίβο, εφόσον δεν αναγνωριστεί, συνεχίζεται και στην ενήλικη ζωή.
Η υπερ-ευθύνη είναι εξαντλητική γιατί δεν έχει σαφή όρια. Δεν υπάρχει σημείο όπου μπορούμε να πούμε ότι κάναμε αρκετά. Πάντα υπάρχει κάτι ακόμη που θα μπορούσαμε να είχαμε προβλέψει ή να είχαμε πει αλλιώς. Έτσι δημιουργείται χρόνιο άγχος, εσωτερική ένταση και ενοχές χωρίς σαφή λόγο, όχι επειδή συμβαίνει κάτι, αλλά επειδή κουβαλάμε δυσανάλογα βάρη μέσα μας.
Η υπερ-ευθύνη συνδέεται με τον έλεγχο. Όχι με την ανάγκη να επιβληθούμε, αλλά με την ανάγκη για ασφάλεια. Αν προβλέψω τα πάντα, αν προσέξω τα πάντα, αν αναλάβω τα πάντα, τότε ίσως δεν θυμώσει κανείς, δεν πληγωθεί κανείς, δεν φύγει κανείς. Το τίμημα είναι ότι ζούμε διαρκώς μέσα στον νου, με φόβο και ανησυχία που μεταφράζεται σε άγχος, αντί να ζούμε στο παρόν, με δεκτικότητα και εμπιστοσύνη.
Επίσης, όσο περισσότερα αναλαμβάνουμε, τόσο λιγότερα αναλαμβάνουν οι άλλοι και απομακρυνόμαστε από τις δικές μας ανάγκες. Η υπερ-ευθύνη δεν φέρνει πραγματική εγγύτητα με τους άλλους. Μπορεί μεν να φέρνει λειτουργικότητα, αλλά δεν προσφέρει τον απαραίτητο χώρο στους άλλους για να πάρουν πρωτοβουλίες, να αναπτυχθούν, να εκτεθούν, να εκφραστούν ελεύθερα, "να πάθουν και να μάθουν" - πράγματα απαραίτητα για την ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης.
Η υπέρβαση αυτής της ψυχολογικής ανάγκης δεν γίνεται με το να γίνει κανείς αδιάφορος, ούτε με το να «σταματήσεις να νοιάζεσαι». Ξεκινά με μια απλή, εσωτερική ερώτηση: αυτό που κουβαλάω, μου αναλογεί; Είναι δικό μου; Και αν δεν μου αναλογεί, τι θα συμβεί αν το αφήσω εκεί όπου ανήκει; Στην αρχή εμφανίζονται ενοχές, όχι επειδή κάνουμε κάτι λάθος, αλλά επειδή σπάμε ένα παλιό εσωτερικό μοτίβο.
Είναι επίσης σημαντικό να διαχωρίσουμε την υγιή ευθύνη από την υπερ-ευθύνη. Υγιής ευθύνη είναι να αναλαμβάνουμε τις συνέπειες των πράξεών μας, να εκπληρώνουμε καθήκοντα που προκύπτουν από τη θέση ή την ιδιότητά μας και να κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε γι' αυτά που είναι στον έλεγχό μας. Υπερ-ευθύνη είναι να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα των άλλων, να προλαμβάνουμε τις αντιδράσεις τους και να διορθώνουμε προβλήματα και λάθη που δεν δημιουργήσαμε και δεν εμπίπτουν στα καθήκοντά μας.
Αυτή η διάκριση είναι πολύ σημαντική και απελευθερωτική. Όταν εγκαταλείπουμε την υπερ-ευθύνη, το σώμα χαλαρώνει και ο νους ηρεμεί, γιατί σταματάει η φλυαρία του που αφορούσε την υπερρύθμιση. Εμπιστευόμαστε περισσότερο τους άλλους, μειώνονται οι ενοχές, εστιάζουμε στα πραγματικά προβλήματα, ερχόμαστε πιο κοντά στις δικές μας ανάγκες και αναλαμβάνουμε περισσότερο υποστηρικτικό ρόλο για τους άλλους, κάτι που το εκτιμούν περισσότερο από την παρεμβατική συμπεριφορά που συνεπάγεται η υπερ-ευθύνη.
Νίκος Μπάτρας
Διαχειριστής www.aytepignosi.com
