Σοβαρές ψυχικές διαταραχές και οικογένεια

Σ' αυτό το άρθρο εξετάζουμε ένα θέμα που αφορά πολύ περισσότερους ανθρώπους απ' ό,τι φανταζόμαστε. Οι διαταραχές προσωπικότητας, η σχιζοφρένεια και η διπολική διαταραχή είναι κάποιες από τις πιο σοβαρές ψυχικές διαταραχές που ταλαιπωρούν πολύ τους πάσχοντες, αλλά και τις οικογένειές τους.

Αυτό που ξεχωρίζει αυτές τις διαταραχές από άλλες πιο κοινές (π.χ. κρίσεις πανικού, άγχος ή κατάθλιψη εξαιτίας παροδικών εμπειριών) είναι η διάρκεια και η ένταση των συμπτωμάτων, καθώς και ο βαθμός δυσλειτουργίας που προκαλεί στους πάσχοντες. Οι τομείς της ζωής που επηρεάζονται από τέτοιες διαταραχές είναι πολλοί: οι διαπροσωπικές σχέσεις, η κοινωνικότητα, η εκτέλεση καθημερινών υποχρεώσεων, η εργασία, η ηρεμία στο οικογενειακό περιβάλλον, η οικονομική κατάσταση, κ.ά. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα παρατηρείται και μια σχέση μεταξύ κάποιων διαταραχών και εγκληματικών ή άλλων παράνομων πράξεων. 

Ενημερωτικά να αναφέρουμε ότι περίπου το 10% του πληθυσμού των Η.Π.Α. υπολογίζεται ότι πάσχει από μια διαταραχή προσωπικότητας, το 2,6% από διπολική διαταραχή και το 1,1% από σχιζοφρένεια. Αθροιστικά αυτό μεταφράζεται σε περίπου 40 εκατομμύρια ανθρώπους (στα 330 εκατομμύρια πληθυσμού των Η.Π.Α.) που πάσχουν από μία εκ των τριών αυτών ψυχικών διαταραχών. 


Η κάθε διαταραχή από μόνη της μπορεί να εμφανιστεί με διαφορετική μορφή και ένταση, γι' αυτό δεν είναι όλες οι περιπτώσεις το ίδιο σοβαρές. Όσοι ζητήσουν τη βοήθεια ειδικού και ακολουθήσουν θεραπεία (συνήθως ψυχοθεραπεία συνοδευόμενη από φαρμακευτική αγωγή), μπορούν να είναι σε ικανοποιητικό βαθμό λειτουργικοί στη ζωή τους και να περιορίσουν τα συμπτώματα. Δυστυχώς, σε πολλές περιπτώσεις οι άνθρωποι που υποφέρουν από κάποια σοβαρή διαταραχή (π.χ. παρανοϊκή, αντικοινωνική ή παραληρητική), αρνούνται και απορρίπτουν τη βοήθεια ειδικού. Αυτή η άρνηση αποτελεί σύμπτωμα της διαταραχής, καθώς νιώθουν ότι ο τρόπος σκέψης τους είναι αλάνθαστος και έχουν πάντα δίκιο. Κατηγορούν τους άλλους για την κατάστασή τους και για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, ενώ αδυνατούν να αντιληφθούν ότι η αιτία είναι η ασθένειά τους και όχι κάτι έξω από αυτούς.

Τέτοιοι άνθρωποι μπορεί να προκαλέσουν πολλά και χρόνια προβλήματα στις οικογένειές τους. Μάλιστα, επειδή η ευαισθητοποίηση του κόσμου σ' αυτά τα θέματα είναι πολύ μικρή, αν και τα συμπτώματα αρχίζουν να εμφανίζονται στην πρώιμη εφηβική ηλικία, ελάχιστοι είναι ικανοί να τα αναγνωρίσουν και να δράσουν έγκαιρα. Συμπεριφορές όπως δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις, έντονες εκρήξεις θυμού, επιθετικότητα, κοινωνική απομόνωση, χαμηλές σχολικές επιδόσεις, φαινόμενα bullying (ως θύτης ή θύμα), συναισθηματική αστάθεια, έντονη αντίδραση σε πειράγματα άλλων και καθημερινές συγκρούσεις με μέλη της οικογένειας, μπορούν κάλλιστα να αποτελούν πρώιμα σημάδια μιας σοβαρής ψυχικής διαταραχής. Οι περισσότεροι γονείς μπορεί να τα αποδίδουν αυτά στην εφηβεία, αλλά όταν τέτοιες συμπεριφορές εκφράζονται για περισσότερους από μερικούς μήνες ή 1-2 χρόνια, πιθανότατα να υπάρχει κάτι πιο σοβαρό.

Οι οικογένειες που αντιμετωπίζουν τέτοιες καταστάσεις μπορεί να υποφέρουν σε καθημερινή βάση. Τα παιδιά που έχουν γονείς με κάποια σοβαρή διαταραχή αναπτύσσουν και αυτά διάφορα συμπτώματα ή μια σοβαρή ψυχική διαταραχή. Μπορεί να αισθάνονται ένοχα (ότι αυτά φταίνε για ό,τι βιώνουν οι γονείς τους), να εμφανίζουν συμπεριφορές αυτοτραυματισμού εξαιτίας των καταπιεσμένων συναισθημάτων, ή να είναι θύματα κακοποίησης, ψυχικής ή σωματικής, πράγμα που σίγουρα θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη του ψυχισμού τους.

Όταν, συνήθως μετά από χρόνια, γίνει εμφανές ότι το άτομο με τις ακραίες συμπεριφορές πάσχει από κάτι πιο σοβαρό και ότι οι συμπεριφορές αυτές δεν οφείλονταν στην εφηβεία, τα μέλη της οικογένειας καλούνται να αναπτύξουν νέες στάσεις, τόσο για να αντιμετωπίζουν το άγχος, το θυμό και άλλα δυσάρεστα συναισθήματα μέσα τους, όσο και για να αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο με τη διαταραχή. 

Γενικά, στις πιο βαριές περιπτώσεις η θεραπεία θεωρείται αδύνατη. Για παράδειγμα, μπορεί η ναρκισσιστική και η ψυχαναγκαστική διαταραχή να βελτιώνονται σημαντικά με τη βοήθεια ψυχοθεραπείας, το ίδιο όμως δεν ισχύει για την αντικοινωνική και την παρανοϊκή διαταραχή, οι οποίες σπάνια βελτιώνονται με οποιαδήποτε θεραπεία. Αρκετοί επιστήμονες πάσχουν από ψυχαναγκαστική διαταραχή προσωπικότητας (που αποτελεί και την πιο κοινή από τις διαταραχές προσωπικότητας), καθώς η εμμονή τους για τις λεπτομέρειες και η τελειομανία τούς προσδίδουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα στη δουλειά τους. Όσοι όμως πάσχουν από αντικοινωνική διαταραχή το πιθανότερο είναι ότι θα ζήσουν μια ζωή γεμάτη εντάσεις, άγχος, συγκρούσεις με άλλους, ακόμα και συνεχείς δικαστικές διαμάχες (δικομανία), χωρίς το παραμικρό όφελος στη ζωή τους.

Το μόνο που μπορεί να επιτευχθεί σε περίπτωση που ο πάσχων δεν δέχεται τη βοήθεια ειδικού, είναι να περιοριστεί η ένταση των συμπτωμάτων στο οικογενειακό περιβάλλον με τους εξής τρόπους:

1) Να ακούμε αυτά που λέει χωρίς να τον κρίνουμε και χωρίς να τον απορρίπτουμε. Όσο και να διαφωνούμε ή να μας φαίνονται παράλογα αυτά που λέει, πρέπει να τον αφήνουμε να τα πει χωρίς να προσπαθούμε να τον αλλάξουμε ή να τον πείσουμε για τη δική μας οπτική. Να θυμόμαστε ότι οι αιτίες της στρεβλής αντίληψης δεν είναι η απουσία κριτικής σκέψης ή η ελλιπής παιδεία, αλλά κάποια βαθιά ψυχικά τραύματα, γενετικοί παράγοντες (κληρονομικοί ή επίκτητοι) σε συνδυασμό με κάποια ορμονική ανισσοροπία (σε σεροτονίνη, ντοπαμίνη, κ.τ.λ).

2) Να τους αφήνουμε να έχουν δίκιο. Οι ψυχασθενείς παρανοϊκού ή παραληρητικού τύπου είναι ικανοί να ισχυριστούν και να υποστηρίξουν σθεναρά οποιαδήποτε θεωρία. Από θεωρίες συνωμοσίας μέχρι αντιεπιστημονικές απόψεις του τύπου "η γη είναι επίπεδη" ή "οι παγκόσμιες ελίτ αποτελούνται από εξωγήινους". Αν προσπαθούμε να τους πείσουμε ότι έχουν άδικο, θα συγκρουόμαστε συνεχώς μαζί τους. Όσο οι θεωρίες τους είναι αβλαβείς και αποτελούν απλώς φανταστικές απόψεις, δεν χρειάζεται να κάνουμε κάτι παραπάνω. Αν όμως οι θεωρίες τους τούς ωθήσουν σε βίαιες, επικίνδυνες ή παράνομες πράξεις, μπορεί να χρειαστεί να ενημερώσουμε τις αρμόδιες αρχές. Ομαδικές αυτοκτονίες, εγκλήματα από παθολογική ζήλια και διάφορες εκδικητικές πράξεις, έχουν τις ρίζες τους σε τέτοιου είδους ψυχικές διαταραχές. 

3) Να παραμένουμε λογικοί όταν συζητάμε μαζί τους και να μην αντιδράμε συναισθηματικά. Π.χ. να μη γελάμε αν μας φαίνονται αστείες οι θεωρίες συνωμοσίας και να μη θυμώνουμε αν μας φαίνονται εξοργιστικές. Οι συναισθηματικές αντιδράσεις από τη μεριά μας το μόνο που κάνουν είναι να ενισχύουν τις δικές τους αντιδράσεις.

4) Σε περιπτώσεις διαταραχών προσωπικότητας όπως η αντικοινωνική, η παραληρητική, η παρανοϊκή, ή με σύνδρομο καταδίωξης, το άτομο μπορεί να ισχυρίζεται ότι άλλοι τον παρακολουθούν συνεχώς, ότι θέλουν να τον βλάψουν ή να τον εκμεταλλευτούν με διάφορους τρόπους. Σ' αυτές τις περιπτώσεις μπορούμε να του θέσουμε το ερώτημα: "Είσαι απολύτως σίγουρος ότι τα πράγματα είναι έτσι όπως τα περιγράφεις, ή υπάρχει κάτι που μπορεί να σε κάνει να αλλάξεις άποψη;". Για παράδειγμα, αν κάποιος ισχυρίζεται ότι η αστυνομία τον παρακολουθεί συνεχώς με κάμερες όπου και αν πηγαίνει, μπορούμε να τον ρωτήσουμε "τι είναι αυτό που θα μπορούσε να σε κάνει να αλλάξεις άποψη;". Αν απαντήσει "θα ήθελα να βάλω κι εγώ παντού κάμερες για να τους παρακολουθώ και να βεβαιωθώ ότι δεν με παρακολουθούν", αυτό είναι μη εφαρμόσιμο και δείχνει ότι δεν είναι ανοιχτός να επανεξετάσει την πεποίθησή του. Αν όμως πει "μου αρκεί μία ή δυο φορές να πάω εκεί που θέλω χωρίς να μου τραβήξει την προσοχή κάτι το ύποπτο", τότε δείχνει ότι είναι πιο διαλλακτικός και ότι με λίγη προσπάθεια μπορεί να πειστεί ότι οι υποψίες και οι θεωρίες του είναι προϊόντα της φαντασίας του.

Ο γενικός κανόνας είναι να μην αντιδράμε σε αυτά που λέει ή κάνει ένας τέτοιος άνθρωπος γιατί έτσι επιδεινώνουμε την κατάσταση. Όσο δύσκολο και αν είναι να μην αντιδράμε σε λόγια που μας εξοργίζουν ή σε ακίνδυνες πράξεις εκδίκησης, η μη αντίδραση είναι μια στάση που πρέπει να αναπτύξουμε. Δεν υπάρχει εύκολη λύση για τις βαριές (και σε πολλές περιπτώσεις αθεράπευτες) ψυχικές διαταραχές. Το καλύτερο που έχουν να κάνουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας είναι να συνεχίσουν να δείχνουν αγάπη και αποδοχή προς τον πάσχοντα, να μην προσπαθούν να τον αλλάξουν και να μην αντιδρούν όσο οι προθέσεις και οι πράξεις του δεν κρίνονται επικίνδυνες για τους ίδιους ή την κοινωνία. 

Πολλές φορές αυτοί που χρειάζεται να καταφύγουν στην ψυχοθεραπεία, αφού οι πάσχοντες την απορρίπτουν, είναι τα μέλη της οικογένειας. Μετά από χρόνια συγκρούσεων και ψυχικών επιπτώσεων, μπορεί το νευρικό σύστημα να έχει επιβαρυνθεί σημαντικά και να χρειάζεται να αναπτύξουν δεξιότητες διαχείρισης συναισθημάτων, να διδαχθούν τεχνικές χαλάρωσης και να μάθουν να μην έχουν προσδοκίες από το άτομο που συμπεριφέρεται ανισόρροπα. Αν π.χ. οι γονείς επιμένουν να επιθυμούν το παιδί τους να συμπεριφέρεται κανονικά ενώ αυτό πάσχει από μια σοβαρή ψυχική ασθένεια, θα υποφέρουν συνεχώς, θα απογοητεύονται, θα θυμώνουν και με τη στάση τους θα δημιουργούνται περαιτέρω εντάσεις. Σε κάθε περίπτωση αυτό που θα χρειαστεί να κάνουν είναι να γίνουν πιο συνειδητοί, να μάθουν να κατανοούν τον τρόπο λειτουργίας ενός ψυχικά ασταθούς ανθρώπου και να αποδέχονται ό,τι δεν μπορούν να ελέγξουν και να αλλάξουν. 

Τέλος, πρέπει να αναφερθούμε και στην περίπτωση της ακούσιας νοσηλείας. Η ακούσια νοσηλεία είναι η υποχρεωτική μετάβαση του ασθενούς, χωρίς τη θέλησή του, σε ψυχιατρικό νοσοκομείο. Σε περιπτώσεις π.χ. παρανοϊκής σχιζοφρένειας με μανία καταδίωξης, ή σε περιπτώσεις ψυχωσικών επεισοδίων, αποτελεί τη μοναδική επιλογή που μπορεί να φέρει τον ασθενή σε επαφή με τη θεραπεία και τη φαρμακευτική αγωγή. Οι ασθενείς αυτοί είναι ανίκανοι να αντιληφθούν ότι η κατάστασή τους δεν διαμορφώνεται από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά από τη στρεβλή αντίληψη που έχουν για τον εαυτό τους και τον κόσμο. Ερμηνεύουν τα πάντα γύρω τους ως απειλές, αρνούνται να συνεργαστούν και να αποδεχτούν ότι χρειάζονται βοήθεια, ενίοτε γίνονται επικίνδυνοι για τον εαυτό τους ή τους γύρω τους, οπότε η μόνη λύση είναι η βίαιη προσαγωγή τους (με τη συνδρομή της αστυνομίας μετά από εισαγγελική παραγγελία) σε ψυχιατρικό νοσοκομείο. Η διάρκεια της νοσηλείας τους κυμαίνεται από μερικές εβδομάδες έως μερικούς μήνες, εξαρτάται από την κατάστασή τους και κρίνεται από τους ψυχιάτρους. Σε περίπτωση που μετά την έξοδό τους διακόψουν τη φαρμακευτική αγωγή και υποτροπιάσουν, επαναλαμβάνεται η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας. 

Ένα σημείο κλειδί που πρέπει να έχουν υπόψη τους τα μέλη της οικογένειάς τους, είναι ότι ο ασθενής δεν συμπεριφέρεται έτσι από επιλογή, αλλά επειδή κάτι δεν λειτουργεί σωστά στον εγκέφαλο, στο ορμονικό ισοζύγιο και στην αντίληψή του. Όταν γίνει αυτό κατανοητό θα σταματήσουν να συγκρούονται μαζί του και να προσπαθούν να τον πείσουν να αλλάξει τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς. Μπορούν πάντα να του παρουσιάζουν τη δική τους άποψη για τα πράγματα, αλλά να μην περιμένουν ότι ο ασθενής θα την κατανοήσει και θα συμμορφωθεί. Μόνο η υποχρεωτική χορήγηση φαρμάκων και η ψυχοθεραπεία αποδεικνύονται αποτελεσματικές.

Το να υπάρχει στην οικογένεια ένας άνθρωπος με σοβαρή ψυχική διαταραχή αποτελεί μία μεγάλη πρόκληση που απαιτεί σωστή καθοδήγηση από έμπειρο επαγγελματία της ψυχικής υγείας. Όσο επώδυνες και αν είναι οι καθημερινές εμπειρίες αυτού του είδους, πάντα έχουμε την ευκαιρία να τις αντιμετωπίζουμε ως αφορμές για να αναπτυχθούμε πνευματικά και να διευρύνουμε την κατανόηση και την αποδοχή μας γι' αυτούς τους ανθρώπους.

Νίκος Μπάτρας
Διαχειριστής www.aytepignosi.com

Πηγές:






Διαβάστε επίσης: