Χαλίλ Γκιμπράν: Πώς έγινα τρελός

Με ρωτάς πώς έγινα τρελός. Συνέβη κάπως έτσι.

Μια μέρα, πολύ πριν γεννηθούν οι πολλοί θεοί, ξύπνησα από ύπνο βαθύ κι ανακάλυψα πως όλες οι μάσκες μου είχαν κλαπεί - οι επτά μάσκες που 'φτιαξα και φορούσα σ' επτά ζωές.

Δίχως τις μάσκες, έτρεξα στους δρόμους όπου συνωστίζονταν τα πλήθη, φωνάζοντας: "Κλέφτες, κλέφτες, καταραμένοι κλέφτες!"

Άντρες και γυναίκες γελούσαν μαζί μου, ενώ κάποιοι έτρεξαν να κρυφτούν φοβισμένοι σπίτι τους.

Σαν έφτασα στην αγορά, ένας νέος που στεκόταν στην οροφή ενός σπιτιού, φώναξε: "Είναι τρελός!"

Κοίταξα ψηλά για να τον δω κι ο ήλιος φίλησε για πρώτη φορά το γυμνό μου πρόσωπο και πυρπολήθηκε η ψυχή μου με αγάπη για τον ήλιο. 

Τις μάσκες μου δεν τις ήθελα πια. Λες και βρισκόμουν σ' έκσταση, φώναξα: "Ευλογημένοι, ευλογημένοι οι κλέφτες που έκλεψαν τις μάσκες μου!"

Έτσι γίνηκα τρελός.

Βρήκα ασφάλεια και λευτεριά στην τρέλα μου, στην ελευθερία της μοναξιάς και στην ασφάλεια από το να με καταλαβαίνουν. Εκείνοι που μας καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας.

Ας μην είμαι όμως πολύ περήφανος για την ασφάλειά μου. Ακόμα κι ένας κλέφτης σε μια φυλακή είναι ασφαλής από κάποιον άλλον κλέφτη.

*Χαλίλ Γκιμπράν, "Ο τρελός", Εκδ. Ιάμβλιχος