Ενοχή: γιατί εμφανίζεται και πώς να την ξεπεράσουμε

Η ενοχή αναπτύσσεται απέναντι σε μία πράξη μας που θεωρούμε ότι ήταν βλαβερή προς κάποιον άλλον ή ακόμα και προς τον ίδιο μας το εαυτό.

Αυτό το συναίσθημα μπορεί να αποδειχθεί πολύ δυσάρεστο, ιδιαίτερα επίμονο και συχνά βασανίζει ψυχικά (συνειδητά ή υποσυνείδητα) εκατομμύρια ανθρώπους. Μερικές φορές μάλιστα αποτελεί τον βασικό, κρυφό πυρήνα ψυχικών διαταραχών που καλείται να αντιμετωπίσει ένας ψυχοθεραπευτής.

Ωστόσο θα είναι μεγάλη παράλειψη αν δεν αναγνωρίσουμε το σωτήριο ρόλο της ενοχής στην εξέλιξη και ειδικότερα τον ηθικό πολιτισμό του ανθρώπου. Η ενοχή είναι το επώδυνο συναίσθημα που μετά από μία βλαπτική συμπεριφορά κάνει τον άνθρωπο να θέλει να αποφύγει την επανάληψή της ή και να την επανορθώσει στο μέτρο του δυνατού.

Με άλλα λόγια, η ενοχή είναι προϊόν ενός μηχανισμού της ψυχής που μας κινητοποιεί να γινόμαστε καλύτεροι ο ένας προς τον άλλον αλλά και προς τον εαυτό μας. Επομένως, δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι θέλουμε να απαλλαγούμε από την ενοχή επειδή είναι δυσάρεστη· κατά βάθος πιστεύουμε επίσης ότι τη χρειαζόμαστε για να βελτιωνόμαστε ως άνθρωποι. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που συχνά αυτό το συναίσθημα γίνεται τόσο επίμονο και είναι τόσο δύσκολο να το ξεπεράσουμε.

Προκειμένου λοιπόν να απαλλαγούμε από την ενοχή, θα πρέπει πρώτα να βεβαιωθούμε ότι δεν τη χρειαζόμαστε πλέον για να γίνουμε καλύτεροι. Εντάξει, κάναμε ένα λάθος όσο μεγάλο κι αν ήταν, νιώσαμε ενοχή, αλλά μέχρι πότε απαιτείται να νιώθουμε αυτό το συναίσθημα για να μάθουμε από το λάθος μας και να μην το ξανακάνουμε;

Μία εύλογη απάντηση είναι ότι χρειάζεται να νιώσουμε ενοχή μέχρι να βρούμε και να εξουδετερώσουμε τις πραγματικές αιτίες που κάναμε τη λάθος πράξη ώστε να μην την επαναλάβουμε. Πράγματι, όταν κάνουμε ένα λάθος, το μόνο που αξίζει την προσοχή μας είναι να κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε από δω και πέρα για να μην το επαναλάβουμε στο μέλλον (και να το επανορθώσουμε στο μέτρο του δυνατού).

Επομένως όταν κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε για να αποκαλύψουμε και να εξουδετερώσουμε τις αιτίες που διαπράξαμε κάτι κακό, μία βλαβερή πράξη, η ενοχή καθίσταται άχρηστη και τότε μόνο επιτρέπουμε στον εαυτό μας να απαλλαγούμε απ’ αυτή.

Οι αιτίες που σε τελευταία ανάλυση μας οδήγησαν στην τέλεση μίας «κακής», μίας βλαβερής πράξης είναι δύο:

α) δεν είχαμε κατά την τέλεσή της επαρκή επίγνωση των συνεπειών που θα έχει αυτό που κάναμε.
Η επίγνωση των συνεπειών της πράξης μας είναι σχετικά εύκολο να γίνει μετά την τέλεσή της, στην πραγματικότητα απ’ τη στιγμή που νιώσαμε ενοχή, σημαίνει ότι αυτή η επίγνωση έχει ήδη συντελεστεί.

β) δεν ήμασταν αρκετά ψυχικά γαλήνιοι και πλήρεις. Αντίθετα, ένα αρνητικό συναίσθημα (θυμού, φόβου, φθόνου, απουσίας ψυχικής ικανοποίησης, αίσθημα μειονεξίας κ.λ.π.) μας ώθησε προς την τέλεσή της. Είναι πρακτικά αδύνατο να διαπράξει κάποιος μία βλαβερή πράξη αν γνωρίζει πλήρως τις συνέπειες που θα έχει αυτή και αν νοιώθει γεμάτος και ψυχικά γαλήνιος μέσα του, αν νιώθει εντάξει όπως είναι (που σημαίνει ουσιαστικά να είναι σε κατάσταση αγάπης).

Η απουσία ψυχική γαλήνης και πληρότητας λοιπόν είναι η κυριότερη αιτία–πηγή κακού, η οποία θα πρέπει να μας απασχολεί για το πώς θα ξεπεραστεί προκειμένου να εξασφαλίσουμε τη μη επανάληψη μίας βλαβερής συμπεριφοράς.

Αυτό σημαίνει ότι από ένα σημείο εξέλιξης, επίγνωσης του εαυτού και συνεπαγόμενης ευαισθησίας του ανθρώπου κι έπειτα, η ενοχή όχι μόνο δεν βοηθάει στην αποτροπή της επανάληψης ενός λάθους, αλλά συμβάλλει κιόλας στην επανάληψή του. Διότι απομακρύνει τον άνθρωπο απ’ την κατάσταση της ψυχικής γαλήνης, της πληρότητας και της αίσθησης επάρκειας που αποτελούν το πιο εύφορο έδαφος για το καλό.

Ας υποθέσουμε λοιπόν πως κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε προς την αποκατάσταση της ψυχικής μας γαλήνης και αισθήματος επάρκειας και πληρότητας – κάτι που περιλαμβάνει όπως είπαμε και το ξεπέρασμα της ενοχής. Τότε σε συνδυασμό με την επίγνωση που αποκτήσαμε των συνεπειών της πράξης μας, θα διασφαλίσουμε πως κάνουμε και το καλύτερο που μπορούμε για να μην επαναλάβουμε μία ανάλογη πράξη.

Αξίζει να επαναλάβουμε δε ότι αυτή η διασφάλιση, η διασφάλιση ότι κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε για να βελτιωθούμε ως άνθρωποι, είναι και η μόνη που αξίζει της προσοχής μας από την τέλεση μίας πράξης και μετά, όσο «κακή» κι αν ήταν. Και σίγουρα μία ψυχική κατάσταση ψυχικής γαλήνης και καλής αυτοεκτίμησης είναι το πιο γόνιμο έδαφος για να κατανοηθούν τα κατά περίσταση κίνητρα της συγκεκριμένης πράξης μας, για να διαλυθούν αυτά τα κίνητρα και για να ανθίσει από δω και πέρα το καλό.

Τι να κάνουμε για να εξουδετερώσουμε τη βασική αιτία του κακού που είναι η απουσία ψυχικής γαλήνης και αισθήματος επάρκειας;

Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε για να βρούμε ψυχική γαλήνη και καλή αυτοεκτίμηση είναι να εξουδετερώσουμε τις αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό μας του τύπου «δεν είμαι εντάξει όπως είμαι», «δεν έκανα το καλύτερο που μπορούσα» (κάτι στο οποίο εστιάζει μία ουσιαστική ψυχοθεραπεία), διότι αυτές βρίσκονται στον πυρήνα κάθε ψυχικής ταραχής, ψυχικής δυσφορίας, αισθήματος μειονεξίας κ.λπ.

Δηλαδή χρειάζεται μετά την τέλεση της βλαβερής πράξης να αναγνωρίσουμε πως το γεγονός ότι διαπράξαμε ένα λάθος, ακόμα και σοβαρό, δεν σημαίνει ότι είμαστε κακοί ή εγωιστές ή κάτι ελαττωματικό τέλος πάντων· στην τέλεσή της -εκτός ενδεχομένως της μη πλήρους επίγνωσης των συνεπειών της- μας οδήγησε η απουσία ψυχικής γαλήνης και πληρότητας και αντ’ αυτής η παρουσία κάποιας ψυχικής ταραχής ή δυσφορίας.

Για την απουσία ψυχικής γαλήνης και πληρότητας ευθύνονται αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό που αποκτήσαμε άθελά μας κατά την παιδική μας ηλικία.

Με άλλα λόγια, χρειάζεται να αναγνωρίσουμε στον εαυτό μας ότι παρ’ όλο που διαπράξαμε ένα λάθος (αλλά και οποιοδήποτε άλλο λάθος ή παράλειψη στη ζωή μας), αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσαμε να κάνουμε με βάση τις δυνατότητές μας και τα εμπόδια που συναντήσαμε· (ως «εμπόδια» σε τελευταία ανάλυση, εκτός από τα όποια αντικειμενικά εμπόδια, εννοώ την ανεπαρκή επίγνωση του τι κάναμε τη στιγμή που το κάναμε και την απουσία ψυχικής γαλήνης και πληρότητας). Αν μπορούσαμε πραγματικά να κάνουμε κάτι καλύτερο, θα το είχαμε κάνει.

Αυτού του τύπου η άνευ όρων αθώωση του εαυτού, όχι μόνο δεν θα μας κάνει χειρότερους ανθρώπους, αλλά θα μας κάνει καλύτερους, διότι οδηγεί σε ψυχική γαλήνη και πληρότητα η οποία παρέχει το ψυχικό κλίμα που σε συνδυασμό με την επίγνωση των κινήτρων μας και την παραδοχή ότι αυτό που κάναμε είχε βλαβερές συνέπειες, ευνοεί το καλό.

Αντίθετα, η συνήθης αθώωση που κάνουν οι άνθρωποι του τύπου «δεν φταίω εγώ» εμποδίζει την βελτίωσή τους, γιατί βασίζεται ακριβώς στην μη εξέταση των κινήτρων τους και στη βεβιασμένη αποποίηση της ευθύνης τους και άρα στη διαιώνιση της μη επίγνωσης των αρνητικών συνεπειών των πράξεών τους. Επιπλέον δεν κάνουν τίποτα για να ξεπεραστούν η ψυχική ταραχή και δυσφορία που κατά κανόνα κρύβονται σε τελευταία ανάλυση πίσω από την τέλεση μίας βλαβερής πράξης.

Βασίλης Γιαννακόπουλος - Ψυχίατρος, ψυχοθεραπευτής