Πώς η προσωποποίηση και η κριτική δημιουργούν ψυχικά συμπτώματα

Προσωποποιώ σημαίνει αποδίδω μια εμπειρία ή μια λειτουργία του σώματος ή του νου σε έναν εαυτό (δηλαδή σ' ένα πρόσωπο, σ' ένα άτομο). Όταν λέμε "εγώ βλέπω, εγώ αναπνέω, εγώ θυμώνω, εγώ μιλάω, εγώ θυμάμαι, κ.ο.κ", οι σκέψεις αποδίδουν όλες αυτές τις εμπειρίες και λειτουργίες του σώματος σε έναν εαυτό που εκπροσωπείται από το "εγώ".

Η προσωποποίηση μπορεί να αφορά ακόμα και χαρακτηριστικά του σώματος. Έτσι, λέμε εκφράσεις του τύπου "τα μαλλιά μου" ή "το σώμα μου", χωρίς να μας απασχολεί ιδιαίτερα σε τι αναφέρεται αυτό το "μου", δηλαδή πού είναι "αυτός" που έχει μαλλιά και σώμα. Αυτό το "μου" αναφέρεται πάλι σε έναν εαυτό, αλλά αυτός ο εαυτός υπάρχει μόνο ως σκέψη, ως προϊόν της φαντασίας - δεν γνωρίζουμε βιωματικά την ύπαρξή του.

Η προσωποποίηση, αν και μπορεί να φαίνεται αθώα και ανώδυνη, ωστόσο αποτελεί τη σύνδεση του κόσμου της φαντασίας με τον βιωματικό κόσμο των εμπειριών. Για παράδειγμα, η ομιλία είναι μια λειτουργία του σώματος, στην οποία συμμετέχει το νευρικό, το μυϊκό, το αναπνευστικό σύστημα και διάφορα άλλα όργανα, μέλη και ιστοί του σώματος. Η ομιλία μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια βιωματική λειτουργία του σώματος, ή να αποδοθεί σε έναν φανταστικό εαυτό μέσω της προσωποποίησης: "εγώ μιλάω, εσύ μιλάς, κ.ο.κ". 

Όταν αυτές οι προσωπικές αντωνυμίες λειτουργούν μόνο ως εργαλεία που προσδιορίζουν ποιο σώμα μιλάει, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν μετά την προσωποποίηση ακολουθεί και η κριτική. Η κριτική είναι ο ποιοτικός προσδιορισμός του φανταστικού εαυτού που δημιούργησε η προσωποποίηση. Έτσι, ανάλογα με το περιεχόμενο του λόγου ή τον τρόπο της ομιλίας, μπορεί να κριθεί ένα σώμα (που προηγουμένως έχει ταυτιστεί με έναν φανταστικό εαυτό), ως καλό, κακό, σωστό, λάθος, σημαντικό, ασήμαντο, ανώτερο ή κατώτερο από κάποιο άλλο σώμα που εμφανίζει μια διαφορετική λειτουργία της ομιλίας (σε περιεχόμενο και τρόπο). 

Η κριτική χωρίς την προσωποποίηση δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα. Δεν έχει νόημα να κρίνεις κάποιον, αν προηγουμένως δεν έχεις αποδώσει σ' αυτόν τον κάποιον μια λειτουργία, μια εμπειρία, μια συμπεριφορά ή ένα χαρακτηριστικό. Στο παράδειγμα της ομιλίας, μπορούμε να αντικαταστήσουμε την ομιλία με οποιαδήποτε συμπεριφορά ή λειτουργία του σώματος. 

Η όραση, η ακοή, η αφή, η αναπνοή, η εμφάνιση των συναισθημάτων, οι σκέψεις, οι αναμνήσεις, οι πεποιθήσεις, όλα αυτά αποτελούν λειτουργίες του σώματος και του νου (φυσική έδρα του οποίου είναι ο εγκέφαλος) και δεν προέρχονται από κάποιον εαυτό. Από τη στιγμή που οι σκέψεις τις αποδίδουν σε έναν εαυτό, πρέπει να γνωρίζουμε ότι αυτός ο εαυτός (είτε αναφέρεται σε εμάς, είτε σε κάποιον άλλον), δημιουργείται ακριβώς τη στιγμή της προσωποποίησης. Ο εαυτός δεν υπάρχει κάπου μέσα στο σώμα και δεν περιμένει να του αποδοθούν αυτές οι λειτουργίες. Ο εαυτός, που πρώτα δημιουργεί η προσωποποίηση και μετά προσδιορίζει ποιοτικά η κριτική, είναι μια ψευδαίσθηση.

Στον αντίποδα της προσωποποίησης και της κριτικής βρίσκεται η επίγνωση, η οποία αναγνωρίζει την ύπαρξη των εμπειριών και των λειτουργιών του σώματος και του νου, χωρίς να τις αποδίδει σε κάποιον φανταστικό εαυτό. Η επίγνωση αφήνει το υπερσύνθετο και πολύπλοκο σύστημα του σώματος, να λειτουργήσει όπως αυτό γνωρίζει να λειτουργεί σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες και ικανότητές του. Η προσωποποίηση και η κριτική είναι αυτές που ευθύνονται για την εμφάνιση τόσων πολλών ψυχικών και ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, που συνδέονται με το φόβο, το άγχος και την κατάθλιψη. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο πραγματικός ασθενής είναι ο φανταστικός εαυτός, ο οποίος έχει κριθεί και προσδιοριστεί από τις σκέψεις ως ανεπαρκής και ανασφαλής.

Νίκος Μπάτρας
Διαχειριστής www.aytepignosi.com